Σάββατο, 30 Ιουνίου 2007




Από σήμερα, μετακομίσαμε αλλού

- μακράν του αγριεμένου πλήθους-

όπου πλέον










Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2007




Που να 'σαι αλήθεια το βράδυ αυτό,
που είμαι μόνος μα τόσο μόνος
και που μαζί μου παίζουν κρυφτό
πότε η πλήξη και πότε ο πόνος

Που να 'σαι αλήθεια το βράδυ αυτό,
που με χτυπάει τ' άγριο τ' αγέρι
να 'ρθεις και μ' ένα φιλί καυτό
να με γεμίσεις με καλοκαίρι

Ας ερχόσουν για λίγο
μοναχά για ένα βράδυ
να γεμίσεις με φως το φριχτό μου σκοτάδι
και στα δυο σου τα χέρια να με σφίξεις ζεστά
ας ερχόσουν για λίγο κι ας χανόσουν μετά

Που να 'σαι να 'ρθεις το βράδυ αυτό
σ' αυτούς τους δρόμους που σ' αγαπούνε
το ντουετάκι τους το γνωστό
τα βήματά μας να ξαναπούνε

Που να 'σαι να 'ρθεις το βράδυ αυτό
που έγινε φύλλο ξερό η ελπίδα
να 'ρθεις κοντά μου να φυλαχτώ
από του πόνου την καταιγίδα

Ας ερχόσουν για λίγο
μοναχά για ένα βράδυ
να γεμίσεις με φως το φριχτό μου σκοτάδι
και στα δυο σου τα χέρια να με σφίξεις ζεστά
ας ερχόσουν για λίγο κι ας χανόσουν μετά

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2007


ΕΧΩ ΕΝΑ ΠΑΠΑΚΙ

Έχω ένα παπάκι,
να μου κάνει πα,
να μου κάνει πάπαπα
κι ένα κουνελάκι που όλο μου κουνάει
που όλο μου κουνάει τα αυτιά

και δεν μου καίγεται καρφί,
αν εσύ περνάς και δεν μου ξαναμιλάς (δις)


Ίσως να ξανάρθεις όταν θα ‘χω πια,
όταν θα ‘χω πια χαθεί
Κι ή θα με ‘χουν θάψει,
ή θα έχω μα ή θα έχω μαραθεί.


Κι ας μη σου καίγεται καρφί
κι ας συνήθισες κι ας συνήθισες κι εσύ [δις]

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2007



Δεν πειράζει...
(Τραγούδι του Οδυσσέα Τσάκαλου - το αγαπημένο μου - παρε το να το ακούσεις)

Δε πειράζει δε πειράζει
Αν δε θες να μου μιλάς
Αν κρυφά μόνο κοιτάζεις
Κι όλο μούτρα μου κρατάς

Μη σε νοιάζει μη σε νοιάζει
Δε θα σπάσει το σκοινί
Σα παιχνίδι να μας μοιάζει
Δίχως τέλος και αρχή

Γιατί τα μάτια σου εγώ έχω φιλήσει
Στην αγκαλιά σου η καρδιά μου
Έχει σβήσει
Οι δυο μας φύγαμε
σε όνειρα μετάξι
μαζί σου αγάπη μου εγώ
έχω πετάξει

Δε πειράζει δε πειράζει
Όταν φτάνω κι είναι αργά,
Ούτε θέλω να τρομάζεις
Όταν ζούμε χωριστά

Μη σε νοιάζει μη σε νοιάζει
Άμα λείπει το φιλί
Σα παιχνίδι να μας μοιάζει
Πάμε πάλι απ την αρχή


Δεν αντέχω άλλο έλα
Έλα πάρε με αγκαλιά
Να γελάσουμε παρέα
Να ναι όλα όπως παλιά

ΥΓ. Λόγω πολλαπλών, αναίτιων και κακεντρεχών επιθέσεων το μπλογκ πενθεί - και αργεί...

ΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΣΜΑ
Κουβέντα θ ανοίξουμε τώρα
με τι εννοείς και τι εννοώ
ξεκίνα παιδί μου προχώρα
η νύχτα κι η τρέλλα δεν έχουν Θεό
Το χέρι σου δως μου
και πάμε στου κόσμου
την πιο νευρικιά διαδρομή
εμείς και νεκροί θ αγαπάμε
το θύμα το θύτη και την αφορμή
Αγάπη μου λατρεία μου
κουβέντα κι ιστορία μου
δικό μου πεπρωμένο
Χριστέ και Παναγία μου
στην πρώτη απεργία μου
μαζί σου κατεβαίνω
Κουβέντα θ ανοίξουμε τώρα
για τι ναι καλό και τι ναι κακό
ξεκίνα παιδί μου προχώρα
δεν είναι για φόβο και για πανικό
Το χέρι σου δως μου
και πάμε στου κόσμου
την πιο νευρικιά διαδρομή
εμείς και νεκροί θ αγαπάμε
τα όχι τα ίσως τα ναι και τα μη

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2007





"ΕΥΦΡΟΣΥΝΟΝ ΑΣΜΑ"


Μάνα, μητέρα, μανούλα, μαμά,

στου κόλπου σου τη ζέστη χωμένος βαθιά,

εσύ κοιλοπονάς μα εγώ δε βγαίνω,

να ξαναγεννηθώ δεν την παθαίνω, εσύ κοιλοπονάς

μα εγώ δε βγαίνω,

να ξαναγεννηθώ δεν την παθαίνω.

Απ' το φουστάνι σου κρατιέμαι και με σέρνεις,

στην πασαρέλα μιας ζωής μαστουρωμένης,

είμαι χαμένος σε μια ατέλειωτη ανία,

αλλά το ξέρω μάνα είναι μόνο μία.

Μάνα, μητέρα, μανούλα, μαμά.

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2007





"Πες μου ένα παραμύθι...
με όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο"

Καθημερινή παράκληση, κομμάτι του βραδινού τελετουργικού, η αφήγηση ήταν η επιτομή όλων των παιχνιδιών και όλων των ηρώων, που δίνει στον κόσμο τον τόνο και το ρυθμό τους. Χωρίς παραμύθι, το κρεβάτι γίνεται τιμωρία και χωρίς ιστοριούλα ο ύπνος δυστροπεί παρελκυστικά.
Ποια ιστοριούλα, όμως, και πώς; Ποιο παραμύθι; Τον Χάνσελ και την Γκρέτελ, που θα τους μιλήσει για την εγκατάλειψη; Τη Σταχτοπούτα ή τη Χιονάτη, που θα τα τρομάξει με το ενδεχόμενο του θανάτου; Τα ελληνικά λαϊκά παραμύθια, όπου οι μανάδες καταβροχθίζουν τα παιδιά τους ή τα κυνηγούν μέχρι να λιώσουν τα παπούτσια τους; 'Η μήπως ένα ανώδυνο, γλυκερό - παιδαγωγικό - αφήγημα, με καλές μανούλες, αγαθά λυκάκια, τρυφερούς δράκους, από εκείνα που γεννάνε πλήξη πρώτα στα παιδιά κι ύστερα στους μεγάλους;
Η μόνη προστασία που μπόρεσα να προσφέρω τότε στα παιδιά μου (και έως πρόσφατα στην καλή μου) είναι να τους επιτρέψω να αντιμετωπίσουν τους δαίμονες της ζωής μέσα από την ασφάλεια της αγκαλιάς μου. Φυσικά, με ένα παραμύθι, με μια ιστορία, έστω και γραφτά...
ΥΓ. ♥ +

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2007






"Las palabras no sirven..."


Δεν χρειαζόταν 17 σπρωξίματα, 29 αντιστάσεις και πολλαπλάσιες λέξεις. Έβρεχε, άλλωστε, όλη μέρα. Ήταν ήδη γλυστερά. Ο προορισμός, γνωστός. Προβλέψιμος. Πεπρωμένο φυγείν αδύνατον, έλεγαν οι Έλληνες. Κι εγώ, σήμερα, βεβαιώθηκα για μιαν ακόμη φορά πως διανύω, πλέον, την Μεγάλη Παρασκευή είς το διηνεκές. Με φωτίζει πια μόνον η φλόγα του λυχναριού μου, που κι αυτή, από σήμερα, άρχισε να τρεμοπαίζει όλο και περισσότερο. Σώνεται το λάδι. Βλέπω καρτούν στην τηλεόραση. Το Βιβλίο της Ζούγκλας. Ο Μπαλού, τραγικός και συνάμα φαιδρός, αλλά σήμερα από ενίοτε αόριστος, έγινε ορισμένως υπερσυντέλικος. Τα κεριά, όμως, παραμένουν διηνεκώς ενεστώτα.










"Κίτρινα Φύλλα"

«Οίη όπερ φύλλων γενεή, Οίη δε και ανδρών» Τρεις χιλιάδες χρόνια πριν, τις ίδιες σκέψεις, ο 'Όμηρος. Πόσα φθινόπωρα ακόμα; Είκοσι; τριάντα; Τι άγρια ρωσική ρουλέτα!
Ωστόσο, πρέπει να κοιτάω το κίτρινο φύλλο. Χρησιμεύει σαν μέτρο. Υποδεικνύει την σωστή κλίμακα... Ο αρχαίος άρχοντας που έβαζε τον σκλάβο να του φωνάζει: «θυμήσου ρε πως είσαι θνητός» ήταν άνθρωπος σοφός...
Θυμήσου.
Και μετά σκέψου την επικαιρότητα, τα θέματα της πρώτης σελίδας..
Ξαφνικά, όλα θα υποχωρήσουν και θα χαθούν στο βάθος, ενώ στο πρώτο πλάνο θα έρχονται τα λίγα ταπεινά που αγαπάς.
Αυτό είναι η αλήθεια...
Και μετά θα νιώσεις τι αξίζει, τι σε κρατάει ζωντανό. Θα νιώσεις την αφή, την θαλπωρή, το πάθος. Και ζεις διπλά.
Ο κάθε χρόνος, είναι μικρογραφία ζωής. Αρχίζει με τις ημέρες να μεγαλώνουν και τελειώνει στην έκλειψη του φωτός. Το φθινόπωρο είναι η τελευταία δύναμη της ζωής. Ποτέ οι χυμοί δεν είναι τόσο πυκνοί όσο τις μέρες των κίτρινων φύλλων. Η φθορά βέβαια θα κερδίσει, αλλά ωραίος ο χρυσός της δύσης!
Σκέφτεστε πως είμαι μελαγχολικός; Όχι βέβαια. Απλά αγαπώ πλέον την (μαχόμενη) μελαγχολία μου. Μπορεί να μην είναι ευχάριστη, είναι όμως έντιμη. Δεν κοροϊδεύω κανένα, ούτε καν τον εαυτό μου. Σίγουρα, δεν την συνιστώ σε όλους... Δεν αντέχεται εύκολα... «Ο άνθρωπος δεν σηκώνει πολλή πραγματικότητα», γράφει ο 'Ελιοτ. Αλλά την λίγη που αντικρίζει, οφείλει να την σέβεται.
ΖΟΥΜΕ σε μιαν εποχή που παράγει, συσκευάζει, εμπορεύεται το ψέμα. Ζηλεύω τους παραγωγούς ψεύδους, αυτοί τουλάχιστον γνωρίζουν τι πουλάνε. Εμείς; Η αλήθεια έχει πολλά πρίσματα. Συνεχώς διασπάται. Οι πληροφορίες είναι άπειρες. Ο έντιμος δεν ξέρει καν αν ξέρει... Και να ήθελα δεν θα μπορούσα να διαφωτίσω κανένα για τα μεγάλα θέματα, τα πρωτοσέλιδα. Γνωρίζω πολλές εκδοχές για το καθένα, - αλλά όχι την Μία.
Κάποτε την αλήθεια την ξεστομίζανε οι τρελοί του χωριού. Μα τώρα κι αυτοί εγκλωβίστηκαν. Ούτε η αλήθεια της τρέλας δεν έχει πέραση... Γι’ αυτό, με αηδία και απόγνωση, ξεφεύγω από τα επίκαιρα θέματα. (Καλύτερα: «επίκαιρα ψέματα»).
Επιστρέφω στις ανεπίκαιρες αλήθειες. Αυτές ισχύουν. 'Όπως το κίτρινο φύλλο. Δηλώνει μοίρα πανάρχαια, νόμο σιδερένιο. Θα παρέλθουμε, όλοι, «οίοι φύλλων γενεί» Τρομοκράτες, γραφειοκράτες, όλοι φεύγουμε..
(Μακάριοι όσοι ελπίζουν σε μελλοντικές ζωές και παραδείσους! Πάντως, αν μπορούσα να πιστέψω, θα διάλεγα το όραμα του Μωάμεθ - ουρί και πιλάφια με θέλγουν περισσότερο από ασώματες ψαλμωδίες.)
ΑΣ ΜΗΝ ΑΚΟΝΙΖΟΥΝ τα μολύβια «οι τα φαιά φορούντες». Δεν είμαι άπιστος - μόνο δύσπιστος. Εικάζω. Ψάχνω. Ρωτάω.
Όμως το φύλλο παραμένει πραγματικό και αμείλικτο. Μαραίνεται αλλά θυμάται την άνοιξη. Πεθαίνει αλλά περιμένει την άνοιξη. Κι ας μην το αφορά πια. Θα είναι εκεί άλλα φύλλα, πράσινα, νέα. Κάτι θα ΄χει συμβάλλει κι αυτό στην παρουσία τους. Έστω και μόνο σαν λίπασμα; Παρελθούσα, ή μέλλουσα ζωή;
ΤΑ ΞΕΡΑ ΦΥΛΛΑ. Ποιητές, χρονογράφοι, τραγουδοποιοί - χρόνια τώρα. Σε σημείο να μην τολμάς να πλησιάσεις το θέμα. Κοινότοπο. Ε! κι έπειτα; Όλα τα μεγάλα θέματα είναι κοινότοπα (Αλλά πρωτότυπος ο εκάστοτε άνθρωπος). Κάθε φορά το κίτρινο φύλλο είναι είδηση. Είναι νέο. Όπως κάθε γενεά που το αντιμετωπίζει. Όπως κάθε φθινόπωρο. Όλα ξανάρχονται αλλά τίποτα δεν είναι ίδιο.
Από τα καινούργια συναισθήματα και τα παλαιά κείμενα γεννήθηκε κι αυτό που έγραψα. Κι ίσως κάποτε (μεγάλη τιμή) χρησιμέψει κι αυτό για λίπασμα...
Στο κάθε πράσινο φύλλο ζούνε όλα τα κίτρινα που λησμονήσαμε...

Αφιερωμένο στο Α. της Αγάπης


Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2007


ΠΥΓΜΑΛΙΩΝ


Μυθικό πρόσωπο σημιτικής καταγωγής , που αναφέρεται ως βασιλιάς της Κύπρου. Ο Πυγμαλίων είχε κατασκευάσει ένα γυναικείο άγαλμα από ελεφαντόδοντο , τόσο τέλειο , ώστε να παρακαλέσει ο ίδιος τη θεά Αφροδίτη να του δώσει και ζωή. Όταν η θεά πραγματοποίησε την επιθυμία του, ο Πυγμαλίων ονόμασε την ωραία γυναίκα «Γαλάτεια» και την έκανε σύζυγό του. Μαζί της μάλιστα απέκτησε και μία κόρη, την Πάφο.
'Εκτοτε τα πράγματα άλλαξαν κάπως αλλά η χρόνος μας άφησε κληρονομιά Άντρες Πυγμαλίωνες οι οποίοι προσέφεραν απλόχερα την πείρα τους σε γυναίκες οι οποίες άλλοτε την χρησιμοποίησαν και μεγαλούργησαν και άλλοτε χάθηκαν από δικό τους κρίμα...
Σίγουρα θυμόσαστε την μεγάλη Μαρία Κάλλας, την γυναίκα σοπράνο-θρύλο που δημιούργησε ο Μενεγκίνι. Σημαντικός 'Αντρας-Πυγμαλίωνας παρέλαβε ένα ακατέργαστο πέτρωμα το οποίο μετέτρεψε σε πολύτιμο λίθο και άφησε κληρονομία στην ανθρωπότητα.
Σας ευχαριστούμε κύριε Μενεγκίνι.
Ούτε λίγο ούτε πολύ απεικόνισε την ίδια του τη ζωή ο Ρεξ Χάρισον, που όντας ήδη χηρεμένος από την εκλιπούσα από καρκίνο σύζυγό του Κέη Κένταλ, υποδύεται τον Καθηγητή Χίγκινς στην κλασσική ταινία ΩΡΑΙΑ ΜΟΥ ΚΥΡΙΑ (My Fair Lady). Ο Σύγχρονος 'Αντρας-Πυγμαλίωνας βάζει στοίχημα ότι μπορεί να μετετρέψει σε Κυρία τής 'Καλής Κοινωνίας' μία οποιαδήποτε κοπέλα μεγαλωμένη στο δρόμο και η ΕΛΑιΖΑ έρχεται στο κατώφλι του για λίγες λίρες δοσμένες στον αλκοολικό πατέρα της. Η μοναδική ερμηνεία της 'Ωντρι Χέπμπορν επισφραγίζει ένα All Time Classic θέμα.
Υπάρχει και μία ακόμη φιγούρα αυτής της Σάρον Τέιτ της οποίας Πυγμαλίωνας στάθηκε ο Ρόμαν Πολάνσκι, άτυχη όμως έγινε θύμα του πρώτου σατανιστή της (τουλάχιστον γνωστής μας ιστορίας) Μάνσον, ο οποίος της έδωσε ένα τόσο φρικιαστικό επίλογο... Ο Πολάνσκι όμως επέμεινε, αυτή τη φορά με την γνωστότερη μούσα του Ναστάζια Κίνσκι...
Να παραμείνουμε σε κάτι επίσης Ευρωπαικό και πιο γειτονικό μας; Κάρλο Πόντι. Ο άνθρωπος που δημιούργησε το ιερό τέρας του Ιταλικού κινηματογράφου την μοναδική Σοφία Λώρεν... (πάντα συναισθηματικά δεμένος μαζί της λόγω της τρομερής ομοιότητας που είχε ανέκαθεν με τη μητέρα μου)!!!
Λίγο παραδίπλα στην Γαλλία ενώ ο Θεός έπλασε τη Γυναίκα ο Ροζέ Βαντίμ έπλαθε τη Μπριζίτ Μπαρντό και την Μασσαλιώτισσα Κατρίν Ντενέβ. Στην γηραιά Αλβιώνα ο (σερ) Λώρενς Ολιβιέ μας προσφέρει μία από τις πιο διάσημες κοκκινομάλες (Scarlet) τη ιστορίας, την Βίβιεν Λη, ενώ στο πλευρό του μέχρι το τέλος του στάθηκε η μετέπειτα σύζυγος του, η Τζόαν Πλοουράιτ την οποία παντρεύτηκε όταν εκείνη ήταν γύρω στα 15...
Για να μείνει η ιστορία του Πυγμαλίωνα στην Ιστορία ο Ρίτσαρντ Μπάρτον υποδύεται τον ομώνυμο ρόλο. Στο πλευρό του η γυναίκα-θρύλος που τον εμπιστεύτηκε δύο φορές στη ζωή και ένωσε την ζωή της δύο (από τις πολλαπλές) φορές με τα δεσμά του γάμου - Λίζμπεθ Τέιλορ. Μόλις θυμήθηκα έναν ακόμη Άντρα-Πυγμαλίωνα, τον Ρεξ Χάρισον για την Κέη Κεντάλ...
Πιο σύγχρονος ο Κένεθ Μπράνα για την πολυαγαπημένη 'Εμμα Τόμσον... Τόσοι οι 'Αντρες-Πυγμαλίωνες που δεν θα αναφέρω, όχι επειδή δεν προλαβαίνω... αλλά επειδή Πυγμαλίωνας μπορεί να είναι οποιοσδήποτε καθημερινός Άντρας της Διπλανής μας Πόρτας...
Άντρας-ΝΟΝΟΣ* που μπορεί με τον δικό του τρόπο, με το δικό του 'μαγικό ραβδάκι' να σας αγγίξει και η αστροσκόνη του να σας αλλάξει την διάθεση, την αύρα, την πορεία μας όλη...
'Αντρες -Πυγμαλίωνες, τόσο μακρινοί μα πόσο κοντινοί, τόσο μοναδικοί και πόσο απαραίτητοι...
Τους αναγνωρίζεις μόνο εάν τους συναντήσεις, εάν σταθούν στη ζωή σου...
___________
Προφανώς εννοείται ο ανάδοχος, ως οιονεί καθοδηγητής και μέντωρ


Τα γεροντάκια κάθονταν όπως κάθε μέρα από τότε, που βγήκαν στην σύνταξη, στα παγκάκια δίπλα στο άγαλμα του Βαρβάκη, του μεγάλου μας Ευεργέτη, στο Ζάππειο. Κρατούσαν χαλαρά τα ξύλινα μπαστούνια τους, με τις ρεπούμπλικες ριγμένες πίσω, λιάζονταν κι η ζεστασιά διαπερνούσε τα ρούχα τους ευεργετικά και ξανάνιωνε τα κουρασμένα τους κόκαλα. Απολάμβαναν ακίνητοι το ηλιόλουστο πρωινό μέχρι να ’ρθει ο Μαθηός, ο αρχηγός τους στις ατέρμονες πολιτικές συζητήσεις, που γέμιζαν την απέραντα κενή πρωινή τους καθημερινότητα. Τους άρεζαν αυτές οι συζητήσεις όλο, πάθος, η εγρήγορση της σκέψης τους κι η συντροφικότητα τους αλάφρωνε την μοναξιά και το συναίσθημα της αχρηστίας, που τους τόνιζαν καθημερινά οι συνομήλικες γυναίκες τους.

Ο Μαθηός είχε αυτοχριστεί αρχηγός τους και, καθώς ήταν αρκετά νέος ακόμα, μόλις είχε πατήσει τα εξήντα-εφτά, άντεχε καλά. Ο Μαθηός, παλιός σιδηροδρομικός υπάλληλος και φανατικός οπαδός ακόμα και τώρα, μετά τόσα χρόνια, του Πλαστήρα, που τον είχε συνταγματάρχη στο Εσκί-Σεχήρ και τον αποκαλούσε τρυφερά ο Μαύρος μας Καβαλάρης, ερχόταν αργά στο Ζάππειο. Ξυπνούσε νωρίς το πρωί και μετά τον καφέ του, βαρύ γλυκό, παρακαλώ, και το κριθαρένιο παξιμάδι, κατηφόριζε στην Πλατεία, στο περίπτερο του φίλου του, του Στάμου, αυτό δεξιά, και ξεκοκάλιζε τις εφημερίδες, ακόμα και τις αθλητικές. Έτσι είχε υλικό για συζήτηση και ανάλυση με τα άλλα γεροντάκια δίπλα στο άγαλμα του Βαρβάκη, του Μεγάλου μας Ευεργέτη, στο Ζάππειο.

Όμως την μέρα εκείνη τα νέα ήσαν πενιχρά. Για μια φορά η κυβέρνηση δεν είχε κάνει σοβαρή γκάφα, ληστείες και βιασμοί δεν κοσμούσαν τις εσωτερικές σελίδες. Για μια, σπάνια, φορά, όλα έβαιναν καλά στον κόσμο τούτο αλλά, άσχημα για τον Μαθηό. Τι να τους έλεγε σήμερα για να ξεφύγουν από την ανία του παροπλισμένου; Έφτασε κοντά τους, καλημέρισε και κάθισε στο παγκάκι. Άνοιξε το παλτό του να τον χαϊδέψουν οι ηλιαχτίδες. Κοίταξε τους συντρόφους του φιλικά. Τι να τους έλεγε σήμερα; ξανασκέφτηκε. Αλλά, να, με την άκρη του ματιού είδε ένα νεαρό ν’ ανηφορίζει απ’ τους Στύλους του Ολύμπιου Δία. Εστίασε την ματιά του πάνω του, ο νεαρός κρατούσε ένα ρολόι τοίχου μ’ εμαγιέ στεφάνι κι όλο πλησίαζε. Δεν ήταν παραπάνω από είκοσι τριών ετών, περπατούσε αργά, κρατούσε το ρολόι σαν να ‘ταν εικόνα κι ο Μαθηός φευγαλέα θυμήθηκε τις λιτανείες σε περιόδους λιμών. Τα μαλλιά του ήσαν αχτένιστα και κολλούσαν στο μέτωπο, ο νεαρός ήταν κίτρινος σαν φλουρί. Πλησίασε και σωριάστηκε στο παγκάκι, δίπλα τον Μαθηό. Τα γεροντάκια τον κοίταζαν μ’ ενδιαφέρον αλλά και συμπόνια, το παιδί φαινόταν χαμένο.

-Γεια σου, καλόπαιδο, του ’πε καλοσυνάτα ο Μαθηός. Τα γεροντάκια τέντωσαν τ’ αυτιά. Τελικά ο Μαθηός τα κατάφερε, με κάτι θ’ ασχολιόντουσαν πριν το μεσημεριανό φαγητό. Ο νεαρός σήκωσε τα μάτια σαν να τους έβλεπε για πρώτη φορά. Μετά καρφώθηκαν απλανή στο ρολόι.

-Οκτώ κι είκοσι πέντε. Σταμάτησε στις οκτώ κι είκοσι πέντε, είπε αχνά.

Ο Μαθηός γλίστρησε στο παγκάκι σιμότερά του. Ο νεαρός ήταν τεντωμένος σαν χορδή. Ο Μαθηός τον άγγιξε στον ώμο.

-Τι σου συμβαίνει; Τον ρώτησε γλυκά.

-Οκτώ κι εικοσι πέντε. Σταμάτησε στις οκτώ κι είκοσι πέντε, επανέλαβε ο νεαρός κι ανατρίχιασε.

-Τι έγινε στις οκτώ κι είκοσι πέντε; Πώς σε λένε; ρώτησε ο Μαθηός.

-Πες μου, ακούμπησε πάνω μου, συμπλήρωσε.

Ο νεαρός γύρισε και τον κοίταξε σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά.

-Ευχαριστώ, είπε αχνά. Με λένε Μιχάλη. Μιχάλη Ντόβα.

Αναστέναξε βαθειά. Τα γεροντάκια στα διπλανά παγκάκια κινήθηκαν νευρικά, δεν άκουγαν, τι να ψιθύριζαν ο Μαθηός και το παλικαράκι; Φαίνονταν σαν να ‘χαν κολλήσει ο ένας πάνω στον άλλον, βρήκε ο τέντζερης το καπάκι, ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ, απομακρύνονταν από τους γύρω τους, τους έλουζε το φως. Ο νεαρός αναστέναξε βαθειά, πλησίασε ασυναίσθητα το κεφάλι του στο αυτί του Μαθηού.

-Πες μου τα όλα, θα σε νοιώσω, του είπε ο Μαθηός.

Ο νεαρός αναστέναξε πάλι.

-Πέθαν’ η μάνα μου. Απ΄ το γκάζι. Γύρισα απ’ τη δουλειά, πλύθηκα κι η καημένη σηκώθηκε να μου ψήσει ένα καφέ πριν κοιμηθώ, πίνω πάντα έναν ελαφρύ πριν κοιμηθώ, είμαι νυχτοφύλακας, δούλευα στου Παυλίδη. Κι όταν άναψε το σπίρτο, ένα γουφ!, ένα μπαμ!, το δωμάτιο θρύψαλα, πάει κι η μάνα μου. Καταλαβαίνεις; Πάει κι η μάνα μου, κομμάτια. Το μόνο, που ‘μεινε άθικτο είναι το ρολόι. Οκτώ κι εικοσιπέντε…

Οι λιγνοί του ώμοι τραντάχτηκαν απ’ τ’ αναφιλητά.

-Τώρα δεν έχω πού να πάω, απ’ τη δουλειά μ’ έδιωξαν, δεν άντεχα πια το σκοτάδι, μ’ έπνιγαν οι διαβόλοι.

Ο Μαθηός τον αγκάλιασε απαλά. Το βλέμμα του κινήθηκε πάνω απ’ τα δέντρα, προς την Πλάκα και την Ακρόπολη κι ακόμα πιο πέρα. Ένοιωθε το παιδί αυτό κιόλας σαν δικό του, αυτός, που ποτέ δεν κατάφερε να ‘χει οικογένεια, που πέρασε μια ζωή στα τραίνα, να ξαναζεί στις ατέλειωτες μοναχικές διαδρομές την Μικρασία και τον Μαύρο Καβαλάρη. «Άσπρος Καβαλάρης εγώ, μ’ άσπρο άλογο», σκέφτηκε. Είχε πάρει την απόφασή του. Σηκώθηκε.

-Έλα, Μιχάλη, είπε στο παιδί. Πάμε να φάμε. Θα μείνεις μαζί μου, σπίτι μου. Όσο θες. Νέος είσαι, θα τα καταφέρεις.

Αγκαλιαστά απομακρύνθηκαν αργά.

Ο Μαύρος Καβαλάρης νικούσε πάντα στο Εσκί Σεχήρ.

Τα γεροντάκια κάθονταν στα παγκάκια δίπλα στο άγαλμα του Βαρβάκη, του Μεγάλου μας Ευεργέτη, στο Ζάππειο και λιάζονταν.

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2007







Εις την μετά πραγματικού ή συμβατικού ενδιαφέροντος ερώτησιν προς οιονδήποτε γνωστόν ή και φίλον «τι κάνεις;» η πιθανωτέρα των απαντήσεων είναι «τρέχω». Παλαιότερον ίσχυε η απάντησις «καλά», αντικατασταθείσα εν καιρώ υπό του «ας τα λέμε καλά», ενώ τώρα διανύομεν την περίοδον του «τρέχω».
Προσφάτως προσετέθην, φευ!, και εγώ εις την συνομοταξίαν των αποκρινομένων «τρέχω», ουδαμώς εκ μιμητισμού, αντιθέτως αποδεχόμενος πλήρως την έννοιαν του εν λόγω ρήματος. Ανέκαθεν έτρεχον, αναμφιρρήτως, ωστόσο, η παρούσα αίσθησις είναι αυτή του σημειωτόν τροχάδην, ενώ παλαιότερον υπερίσχυε αυτή της προσδοκίας αφίξεως εις μακράν κείμενον κυριολεκτικόν ή και ιδεατόν τόπον. «Τρέχω» εσήμαινε τότε την σπουδήν δια την δημιουργίαν καλλιτέρου κόσμου, μιάς ποιοτικώς καλλιτέρας ζωής δι’ ημάς και τους προσφιλείς ημών, όπερ και θεμιτόν ως και οιονεί αξιέπαινον. Τώρα το τροχάδην εμφαίνεται ως υποχρεωτικόν και επιβεβλημένον, υπό ποίων άραγε;, δια την συντήρησιν ενός ολονέν απανθρωποτέρου συστήματος.
Φρονώ ότι οι τότε «καλά» ως και οι νυν «τρέχω»αποκρινόμενοι, δηλούν το ίδιον και τ' αυτόν. Πλήν όμως, η χροιά του τροχάδην ένεκα ευχαριστήσεως αντλουμένης εκ της εργασίας ή της επιθυμίας προς επίτευξιν καλλιτέρου αποτελέσματος, διαφοροποιείται σαφώς αυτής του τροχάδην δια την πληρωμήν φόρων, δανείων, συναφειών, ασφαλειών, πάσης φύσεως τελών ως και αφανών ή εμφανών χρηματοδοτήσεων προεκλογικών υποσχετικών παροχών ή, Θεός φυλάξοι, εκκλησιαστικών υποθέσεων.
Εις την χώραν μας γνωρίζομεν ήδη τον τρόπον ζωής των λεγομένων ανεπτυγμένων κρατών, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόμεθα πλέον, ενστερνιζόμενοι, ως χώρα και ως έθνος την άνισον κατανομήν πλούτου. Επί το απλούστερον, η πλειοψηφία ενασκείται εις το προς την επιβίωσιν και συντήρησιν της τροχάδην, αγωνιζομένη να παραμείνη ως έχει, μη εκπίπτουσα εις το κατώτατον επίπεδον, αυτό των μακροχρονίως ανέργων, των αστέγων, των περιθωριοπημένων.
Η σταδιακή αθέτησις υποσχέσεων περί κράτους προνοίας, μεταβάλλει την ζωήν εις ποδηλατοδρομίαν, η στάσις συνεπάγεται την πτώσιν. Και η πτώσις, άνευ κρατικής μερίμνης, δωρεάν ιατρικής περιθάλψεως, επιδομάτων και συντάξεως, εννοίας, αι οποίαι είχον αποτελέσει την πεμπτουσίαν των αγώνων των προσφάτων γενεών, είναι οδυνηρά και, αναμφιβόλως, μη αναστρέψιμος.
Προς επίρρωσιν τούτου ας ίδωμεν τους προλεταρίους του μαζικού τουρισμού εις την χώραν μας, των λεγομένων «γκρουπ» των φθηνών τουριστικών «πακέτων», αποτελουμένων εκ συμπαθεστάτων ανθρωπαρίων, εμφόρτων εγγενούς θλίψεως και «μιζέριας», εχόντων απωλέσει την ικμάδα της ζωής, καταδικασμένων είς συνεχήν ποδηλατοδρομίαν - ιδανικώς, άνευ πτώσεως. Άνθρωποι άνευ διαθεσίμου ενεργείας αναγκαίας προς ονειροπόλησιν, δημιουργίας, διαμορφώσεως απόψεων, ασκήσεως κριτικής, εν ολίγοις άνευ ενεργείας προς ζωήν.
Η συνοφρυωμένη αντιμετώπισις της ζωής, υποδηλουμένη δια του όρου «τρέχω», σημαίνει ότι ήγγικεν η ώρα και εις την χώραν μας να καταβληθή το τίμημα της εντάξεως εις την αυξημένης αγοραστικής δυνάμεως κοινωνίαν των καταναλωτών, ήτοι η δια της υπεραξίας της εργασίας στήριξις του παραλόγου και κοινωνικώς ανηθίκου πλούτου των ελαχίστων, των πλέον ταλαντούχων «καπάτσων» και «αεριτζήδων». Η παράδοσις μας ως λαού δεν ήτο αρκετή δια την σωτηρίαν μας καθ’ ότι αγνοήσαμεν, αποσκορακιζόμενοι, το σοφόν «εξ Ανατολών το φως» και πλέον υποχρεούμεθα εις την καταβολήν του πολυτιμοτέρου κατεχομένου αγαθού, του χρόνου, εν ολίγοις της ιδίας της ζωής.
Κύκλος. Φαύλος κύκλος. Το αέναον τροχάδην σημαίνει ολιγώτερον διαθέσιμον χρόνον δια την όνειροπόλησιν, τον έρωτα, την μέθην, την συναίσθησιν της ανθρωπίνης υπάρξεως… αλλά περισσοτέραν ωριμότητα δια την αποδοχήν εντάξεως εις σύστημα στοχεύον είς το τροχάδην προς ωφέλειαν ή τέρψιν άλλων, ως η αιχμαλωτισθείσα άρκτος, η ηδονικώς την αλυσίδα της γλύφουσα.
Ενίοτε καταλαμβανόμεθα εκ μιας γλυκείας αισθήσεως απροσδιορίστου αιτιολογίας… ωσάν να ευρίσκωνται εν ισορροπία και αρμονία την ιδίαν ακριβώς χρονικήν στιγμήν, εις επιβεβαίωσιν της πυρρωνείου συλλήψεως περί καιρού, άπαντα τα προς τούτο δεδομένα.
Τόσον η φυσική, όσον και η ψυχική ημών κατάστασις, αι εκ του φυσικού και ανθρωπίνου περιβάλλοντος επιδράσεις, συνηγορούν συλλήβδην, παραδόξως ως και απροβλέπτως αρμονικώς, εις αγαστήν συνεργασίαν με απόρροιαν την επίτευξιν των αναγκαίων λεπτών ισορροπιών μεταξύ δυσνοήτων και ετεροκλήτων δεδομένων, συνήθως ασυμβάτων, τα οποία εμφανίζονται πλέον ασφαλώς ως αρμονικά άνευ ουδεμίας περαιτέρω ημετέρας προσπαθείας.
Ίσως τούτο να οφείλεται εις την έντονον επιθυμίαν βιώσεως ώστε να εξισορροπηθή μια άρνητικώς βιωθείσα κατάστασις, η δε ταύτη επιθυμία να λειτουργή την δεδομένην στιγμήν ως σωτήριος αυθυποβολή, ίσως δε ως είς διορθωτικός μηχανισμός εν είδει προνοίας να παρεμβαίνη επί σκοπώ αποζημιώσεως, ίσως τούτο να είναι το ευεργετικόν αποτέλεσμα μιας μοναχικής, ενδοσκοπικής περιόδου αποσκοπούσης ενδομύχως εις την μεθ’ εαυτού συμφιλίωσιν και απορρέουσης εις την άνευ όρων αποδοχήν αυτού, δια να χρησιμοποιήσομεν τας εξ Ανατολών επιδράσεις, η ανωτέρω αίσθησις να αποτελή την ασυνείδητον επιστράτευσιν του συνόλου των προσωπικών αποθεμάτων θετικής ενεργείας, η οποία αποδεσμευμένη, διαρρηγνύει τα επιβληθέντα όρια.
Εν πάση περιπτώσει, ό,τι συμβαίνει, καλώς συμβαίνει. Θα ήτο δε ευχής έργον αν συνέβαινε συχνότερον, ή αν η δυνατότης προκλήσεως ταύτης ευφορίας ήτο διαθέσιμος κατά το δοκούν - δηλαδή καθημερινώς…
Κατά δε τας ολίγας και σπανίας ταύτας περιπτώσεις, ουδέν καλλίτερον πέραν της εσωτερικής αναγνωρίσεως του συμβάντος ως και της κοινωνίας αυτού εις τους συναθρώπους ευχόμενοι η αισιόδοξος ταύτη πνοή να αγγίξη σύμπαντας τους ανθρώπους….
Καλήν σας ημέραν, Κύριε Μάρκελε Προυστ… Η ιδική σας προσπάθεια ανερεύσεως του απωλεσθέντος χρόνου ετελεσφόρησεν. Ας ευχηθώμεν το ίδιον δι’ ημάς…

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2007



Δεν ήταν πολύ γέρος, είχε μοναχά καμπουριάσει πια για τα καλά κι έμεινε πάντα, φτωχός κι ολομόναχος, σ’ ένα απομονωμένο καλύβι στους πρόποδες του λόφου. Διασταυρωθήκαμε τυχαία στην Πλατεία. Μόλις με είδε ανάβλεψε κι έβγαλε αμέσως τον σκούφο του και σκύβοντας πιο βαθιά, μου έτεινε:
- Καλή σου μέρα, κυρ-Γιώργο.
Κάποιοι με κοίταξαν περίεργα, σχεδόν εχθρικά. Τον πλησίασα και του έδωσα το χέρι.
-Τι κάνει ο Μπούμπης; Τον ρώτησα.
-Μια χαρά είναι. Σε χαιρετάει, μου απάντησε και βιάστηκε να φύγει σαν να ντρεπόταν.
Προχώρησα κι εγώ φέρνοντας στον νου μου την περσινή του νυχτερινή κι απρόσμενη επίσκεψη, όταν ζητώντας μου συνέχεια συγγνώμη και κλαίγοντας μ’ αναφιλητά μου ζήτησε, αφού ήξερα από σκυλιά, να πάω να δω τον Μπούμπη, το γέρικο σκυλί του, που του πέθαινε. «Κάτι θα καταλάβεις, εσύ που τα ξέρεις τα ζώα αυτά» επέμενε. Κι ύστερα κατεβάζοντας το κεφάλι «Ζήσαμε μαζί πάνω από δέκα χρόνια και θέλω να φύγω πριν από τον Μπούμπη», πρόσθεσε.

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2007






Σκύλοι και Γάτες


"Ο λόγος, που ανέκαθεν προτιμούσα τις γάτες από τους σκύλους είναι πως δεν υπήρξαν ποτέ αστυνομικές γάτες ..." , μου είπε γελώντας μια φορά.

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2007



ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ



Ήταν μιά φορά (…ένας καιρός, που σ’ όλους τους καιρούς επαναλαμβάνει αυτή τη “μία φορά” - και μάλιστα, την επαναλαμβάνει ως μοναδική: έτσι, που να γίνεται μοναδική τί ήταν; Ήταν δύο άνθρωποι που ήθελαν να συνομιλήσουν. Κι ας αφήσουμε προσωρινά τις άλλες λεπτομέρειες, π.χ. ότι το ήθελαν αληθινά, και το ποθούσαν διακαώς, και με όλους τους τρόπους κλπ.
Εννοείται ότι ήταν χωρισμένοι - τους χώριζε μιά απόσταση - γιατί αλλοιώς δε θα ετίθετο ζήτημα συνομιλίας, όπως δεν τίθεται θέμα συνουσίας δίχως τον χωρισμό που λέγεται άνδρας και γυναίκα. Και δεν ξεχνάμε βέβαια ότι ο χωρισμός “άνδρας και γυναίκα” δεν έπεσε από τον ουρανό - τουλάχιστον δεν έπεσε χωρίς κάποιον τρίτο που κι αυτός μιλούσε, ας πούμε το φίδι. Κι ας αφήσουμε τώρα ότι αυτός ο τρίτος, το φίδι, μιλούσε και π[πριν πέσουν από τον ουρανό. ΄Η μήπως αυτό, δεν πρέπει να το αφήσουμε; Διότι, λέει, δεν θα είχαν καν πέσει, αν δεν μιλούσε εξ αρχής το φίδι.
Ήταν λοιπόν μιά φορά που, για την ακρίβεια, επρόκειτο για μιάν ακόμα φορά ή καλύτερα: για το “ακόμα μιά φορά”. Υπενθυμίζω ότι σ’ αυτό βασίζεται η αναπνοή - άλλωστε στην αναπνοή βασίζεται και η φωνή. Ήθελαν λοιπόν να συνομιλήσουν, αλλά η απόσταση που τους χώριζε ήταν πολύ μεγάλη αυτή την φορά. Γιατί ο ένας ήταν στη Ρώμη κι ο άλλος στη Αθήνα, το έτος 155 μ.Χ.
Λέγαμε ότι αυτό το “ακόμα μιά φορά” δεν ήταν η επιθυμία μιάς ανόητης ή άσκοπης επανάληψης, αλλά κατ’ ουσίαν μιά ζωοποιός λειτουργία. Γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος είχαν συμφωνήσει, εκ των προτέρων, να καταφύγουν σ’ ένα μέσο τηλεπικοινωνίας που δεν θα μπορούσε να είναι τίποτε άλλο από την πανσέληνο. Η καθυστέρηση, μιά ανυπόφορη συνέπεια της γεωγραφικής απόστασης, θα εκμηδενιζόταν λόγω της οπτικής αμεσότητας. Εμψυχώνοντας (ο ένας από τη Ρώμη κι ο άλλος από την Αθήνα) το φαινόμενον της πανσελήνου ως ένα κοινόν σημαίνον, θα μπορούσαν να συνομιλήσουν. Εξάλλου, και οι δύο ήταν θιασώτες της δια των αισθήσεων σχολής που σκέπτεται βάσει της αρχής: “…φαίνεται το πράγμα”.
Πάντως, ο ένας εκ των δύο (που τώρα βρισκόταν στη Ρώμη) τόνιζε κατ’ επανάληψη στους Αθηναίους, ότι καμμιά αισθητηριακή εντύπωση δεν μπορεί να εγγυηθεί την αντιστοιχία της με τα γεγονότα. Ώστε το γεγονός ότι “…φαίνεται το πράγμα” είναι παραπλανητικό αν δεν αντιληφθούμε ότι το πράγμα φαίνεται όχι μόνον οπτικά αλλά και σύμφωνα με αυτό που θέλει να πει η έκφραση: “μιλάει το πράγμα”. Άρα, θα έπρεπε να συμπληρώσουμε: “φαίνεται το πράγμα, που λέει ο λόγος”. Και αντίστοιχα: “μιλάει το πράγμα, που λέει ο λόγος”. Το “…που λέει ο λόγος” παραλείπεται ως αυτονόητο. Είναι όμως εξίσου και ευνόητο; Βέβαια, είναι και αυτονόητο και ευνόητο όταν λέμε ότι “μιλάει το πράγμα” (μερικές φορές μάλιστα, προσθέτοντας με έμφαση: “…μόνο του”). Διότι δεν εννοούμε ότι μιλάει με φωνή, αλλά μάλλον ότι ακούμε φωνή: αυτός είναι ο “λόγος” ως η φωνή που σωπαίνει, πλην την ακούμε μέσα μας - ή ακριβέστερα, στην επιφάνεια, φανέρωση, του μέσα που λέγεται συνείδηση. Δεν είναι όμως τόσο ευνόητο ότι λέγοντας “φαίνεται το πράγμα” πάλι… φωνή… ακούμε! Μπορεί και να νομίζουμε ότι μόνον οπτικά φαίνεται - ότι οπτικά εννοούμε και την σημασία του. Αυτό θα ήταν μεγάλο λάθος να το υποστηρίξει ακόμα κι ένας κωφάλαλος, ακόμα κι ένας εμπειριστής, ακόμα και για την οπτική της πεντάμορφης. Διότι συμβαίνει και πάλι, όταν δηλαδή “φαίνεται το πράγμα”, να ακούμε φωνή.
Επομένως μιλούσε. Και μιλούσε καλά , αυτό όλοι το ήξεραν και μερικοί το έτρεμαν.

Τρίτη, 29 Μαΐου 2007

" The difference between men and boys
is the price of their toys "

μου ψιθύρισαν ψιλοειρωνικά οι Τρεις Σωματοφύλακες σήμερα το πρωί...
ΥΓ. Ο Νταρτανιάν δεν μετράει, είναι Αρμένης, άρα φίλα προσκείμενος